Ελληνιστική Πόλη Πετρών

Μνήμες ζωής, χαραγμένες στην πέτρα και στον καθρέφτη της λίμνης
Ελληνιστική Πόλη Πετρών

Τα ερείπια της ελληνιστικής πόλης βρίσκονται στη θέση «Γκραντίστα», 1,5 χλμ. βορειοδυτικά του σημερινού χωριού και καλύπτει μία έκταση 15 - 20 εκταρίων. Ο χώρος είναι γνωστός ήδη από τις αρχές του 20ου αι., όταν το 1913 ο Νικόλαος Παπαδάκης κατέγραψε και δημοσίευσε τις εντοιχισμένες επιγραφές στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, οι οποίες προέρχονται από τον οικισμό. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο καθηγητής Αντώνιος Κεραμόπουλος πιστοποίησε την ύπαρξη θεμελίων οικιών μετά από την περιορισμένη ανασκαφική έρευνα την οποία πραγματοποίησε. Η συστηματική έρευνα του οικισμού ξεκίνησε το 1982 από την ΙΖ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν υλοποιηθεί σημαντικά έργα αναστήλωσης και ανάδειξης των λειψάνων του οικισμού, τα οποί καθιστούν την Ελληνιστική πόλη Πετρών έναν οργανωμένο και ελκυστικό αρχαιολογικό χώρο.


Τα πρωιμότερα λείψανα κατοίκηση στο χώρο ανάγονται στην Πρώιμη Εποχή Σιδήρου, με βάση την κεραμεική που σποραδικά έχει εντοπιστεί. Ο οικισμός ιδρύθηκε στο συγκεκριμένο λόφο λόγω των στρατηγικών πλεονεκτημάτων της γεωγραφικής του θέσης, πιθανότατα από τον Φίλιππο το Β’ κατά τον 4ο αι. π.Χ. Η ακμή του οικισμού, τυπικού παραδείγματος κώμης της Άνω Μακεδονίας με γεωργοκτηνοτροφική οικονομία τοποθετείται στην περίοδο ανάμεσα στον 3ο και τον 1ο π.Χ. αι. Η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει μέχρι στιγμής στο φως ένα ισχυρό τείχος το οποίο περικλείει τον οικισμό, ο οποίος αναπτύσσεται σε ελεύθερη πολεοδομική οργάνωση, που αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο τις υψομετρικές καμπύλες του λόφου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, ο πληθυσμός της πυκνοκατοικημένης κώμης κυμαινόταν γύρω στους 5.000 κατοίκους.


Αρχιτεκτονικά λείψανα της πόλης έχουν εντοπιστεί σε τρεις τομείς: στη λεγόμενη «Συνοικία της Κρήνης», το νότιο πλάτωμα και το πλάτωμα της ακρόπολης στην κορυφή του λόφου.  


Χαρακτηριστικό στοιχείο της πολεοδομικής οργάνωσης της πόλη, όπως αυτή πιστοποιείται στη «Συνοικία της Κρήνης», είναι το σύστημα δρόμων που διέσχιζε τον οικισμό, με τον μεγαλύτερο να φτάνει σε πλάτος τα τρία μέτρα και να ακολουθεί τις υψομετρικές καμπύλες του λόφου. Στην περιοχή αυτή έχουν εντοπιστεί πολυτελείς κατοικίες, αλλά και σημαντικά δημόσια κτίρια. Το σημαντικότερο από αυτά ήταν το σχεδόν τετράγωνο οικοδόμημα με βωμό στο κέντρο του, το οποίο αποτελούσε ιερό του Διός, σύμφωνα με την επιγραφή που βρέθηκε στο εσωτερικό του. Ανατολικά του ιερού βρέθηκε μεγάλη κατασκευή και φούρνος για την επεξεργασία δημητριακών, ενώ στην παρακείμενη οικιστική νησίδα βρέθηκε μεγάλος υπόγειος πιθεώνας (αποθηκευτικός χώρος με πιθάρια) με δεκαεπτά πιθάρια μεγάλου μεγέθους, που χρησιμοποιούνταν ως δημόσια αποθήκη. Στην ίδια περιοχή και κάτω από το οδόστρωμα του κεντρικού δρόμου, περνούσε πήλινος κυκλικός αγωγός νερού, ο οποίος κατέληγε σε μνημειακά διαμορφωμένη κρήνη.


Από τη «Συνοικία της Κρήνης», αλλά κυρίως από τον τομέα του Νότιου Πλατώματος έχουν προκύψει σημαντικά στοιχεία για τη διάταξη, τη μορφή και τις λειτουργίες των κατοικιών της πόλης. Τα σπίτια οργανώνονται σε ομάδες των τριών, με κοινούς εξωτερικούς τοίχους. Πρόκειται κατά κανόνα για διώροφες κατασκευές χωρίς αυλή, με ωφέλιμο εμβαδόν 180-200 τ.μ. Τα ισόγεια, κατασκευασμένα με αργολιθοδομή, χρησιμοποιούνταν ως αποθήκες με πιθάρια και εργαστηριακοί χώροι με φούρνους για την προετοιμασία της τροφής. Οι όροφοι ήταν από ελαφρότερα υλικά και ξυλοδεσιές, ενώ το εσωτερικό των τοίχων ήταν διακοσμημένο με έγχρωμα κονιάματα. Το πίσω τμήμα του ορόφου είχε απευθείας πρόσβαση από το δρόμο, γεγονός που ενδεχομένως σημαίνει ότι αποτελούσε τον ανδρώνα της κατοικίας, ενώ στο μπροστινό τμήμα του ορόφου διαμορφωνόταν ο γυναικωνίτης. Το μεγάλο άνοιγμα στο ισόγειο και η παρουσία σκάλας μάλλον υποδεικνύουν την ύπαρξη ενός ημιυπαίθριου χώρου για φωτισμό και αερισμό.


Στο πλάτωμα της κορυφής του λόφου όπου ήταν κτισμένη η πόλη αναπτυσσόταν η ακρόπολή της, η οποία ενδεχομένως περικλειόταν και από κάποιον περίβολο. Εδώ έχουν εντοπιστεί και οι παλαιότερες ενδείξεις κατοίκησης στην Εποχή του Σιδήρου. Οι κύριες φάσεις χρήσης του χώρου ξεκινούν από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. και φτάνουν ως τα μέσα του 1ου αι. π.Χ., περίοδο κατά την οποία η πόλη καταστρέφεται κατά τη διάρκεια  του ρωμαϊκού εμφυλίου πολέμου. Καθοριστικό στοιχείο για τη χρονολογική τεκμηρίωση της καταστροφής της πόλης είναι αγγείο βρέθηκε, μέσα στο οποίο φυλασσόταν θησαυρός με 125 ασημένια νομίσματα (δηνάρια) που χρονολογούνται μεταξύ 106 και 42 π.Χ.


Ανάμεσα στα αποσπασματικά σωζόμενα αρχιτεκτονικά λείψανα κτιρίων διαφόρων φάσεων χρήσης της ακρόπολης, ξεχωρίζουν δυο ορθογώνια κτίρια μεγάλων διαστάσεων: το κτίριο Α και το κτίριο Β με δρόμο ανάμεσά τους. Στα βόρεια των δύο αυτών κτιρίων δεν εντοπίστηκαν αρχιτεκτονικά στοιχεία, γεγονός που σημαίνει πως εκεί υπήρχε ένας ανοιχτός χώρος, μια «πλατεία».


Κατά τη διάρκεια των ανασκαφικών ερευνών του 2021, στον πίσω στενό χώρο του κτιρίου Α, όπου αποκαλύφθηκε ορθογώνια ενεπίγραφη στήλη, η οποία αφιερώνεται στον Ηρακλή Κυναγίδα ως «τάμα» για την απελευθέρωση της δούλας Παραμόνας από τον Δαβρεία. Η επιγραφή, σε συνδυασμό με την αρχιτεκτονική μορφή και τις μεγάλες διαστάσεις του κτιρίου, κάνουν πολύ πιθανή την λειτουργία του ως ιερό του Ηρακλή Κυναγίδα. Επίσης, στο κτίριο Β βρέθηκε τμήμα μαρμάρινου αγαλματιδίου στο οποίο απεικονίζεται ένα χέρι που κρατάει κεραυνό, πιθανότατα απεικόνιση του θεού Δία. Επομένως, θεωρείται αρκετά πιθανή η ύπαρξη δυο λατρευτικών κτιρίων, σε άμεση γειτνίαση με έναν ανοιχτό δημόσιο χώρο στην ακρόπολη του οικισμού.


 Ο οικισμός έχει να επιδείξει πλούτο και υψηλό βιοτικό επίπεδο, γεγονός που οφείλεται στις βεβαιωμένες εμπορικές και πολιτιστικές του επαφές με πόλεις της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας, καθώς επίσης και με τη Δύση. Το πλήθος των γεωργικών εργαλείων μαρτυρά τις γεωργικές ασχολίες των κατοίκων, με ιδιαίτερα συχνά τα εργαλεία που σχετίζονται με την αμπελοκαλλιέργεια, η οποία τεκμηριώνεται επιπλέον και από τις ποσότητες ρητίνης για τον εμπλουτισμό της γεύσης του κρασιού που βρέθηκαν κοντά στη δημόσια αποθήκη με τα πιθάρια. Επιπλέον, στον οικισμό λειτουργούσαν εργαστήρια κεραμεικής, μεταλλοτεχνίας και πιθανότατα γλυπτικής, γεγονός που τεκμηριώνεται από τον σημαντικό αριθμό πήλινων ειδωλίων θεοτήτων, καθώς και αντίστοιχων έργων λιθογλυπτικής. Από την μεγάλη ποικιλία των διακοσμημένων αγγείων ξεχωρίζουν αυτά που φέρουν ανάγλυφες παραστάσεις με σκηνές από την Ομηρική Ιλιάδα, οι οποίες συνοδεύονται από επεξηγηματικές επιγραφές.


Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε στα μέσα του 1ου αι. π. Χ. και μεταφέρθηκε στη θέση του σημερινού χωριού των Πετρών. Λείψανα της ρωμαϊκής περιόδου έχουν εντοπιστεί κοντά στο γήπεδο, ενώ υπάρχουν και διάσπαρτα αρχιτεκτονικά μέλη και επιτύμβιες στήλες που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς από τους κατοίκους ως οικοδομικό υλικό.


Από τις πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες και μελέτες έχουν προκύψει σημαντικά στοιχεία σχετικά με το όνομα της ελληνιστικής πόλης των Πετρών, για την οποία είχε παλαιότερα προταθεί η ταύτιση με την Κέλλη των ρωμαϊκών γραπτών πηγών. Ωστόσο, τα επίθετα Βρυναία και Βρυναίος που συνοδεύουν την δούλα Παραμόνα και τον κύριό της Δαβρεία στην επιγραφή που βρέθηκε στο ιερό του Ηρακλή Κυναγίδα, είναι πιθανό να υποδηλώνουν πως η ελληνιστική πόλη των Πετρών ονομαζόταν Βρύνα.

 

Πηγές
  • Βελένη-Αδάμ, Π. (1998). Πέτρες Φλώρινας. Περιήγηση σε μια ελληνιστική πόλη. Θεσσαλονίκη. 
  • Βελένη-Αδάμ, Π. (2008). Ιστορική και αρχαιολογική έρευνα στο Νομό Φλώρινας. Στο Ξ. Σαββοπούλου-Κατσίκη (Επιμ.), Δυτική Μακεδονία. Ιστορία και Πολιτισμός (σσ. 55-65). Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας. 
  • Ναούμ, Ε. (2019). Αρχαιολογικός χώρος Πετρών 2011-2019. Μια προσπάθεια ολιστικής προσέγγισης. Στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Ἴδια ἡ μνήμη γινάμενη παρὸν…Το αρχαιολογικό έργο των Εφορειών Αρχαιοτήτων κατά τη χρονική περίοδο 2011-2019. Επιστημονική Συνάντηση Μέγαρο Μουσικής Αθηνών 25-28 Νοεμβρίου 2019, Πρακτικά (σσ. 386-391). ΟΔΑΠΠ. 
  • Ναούμ, Ε. (2022). Πέτρες 2011-2014. Στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Α.Π.Θ., Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη, 28 (2014) (σσ. 63-70). Ζήτης. 
  • Ναούμ Ε., & Πασχίδης Π. (2025). Απελευθέρωση και τεκνοθεσία: μια νέα επιγραφική μαρτυρία από το ιερό του Ηρακλή Κυναγίδα στις Πέτρες Εορδαίας. Τεκμήρια, 19, σσ. 119–156. https://doi.org/10.12681/tekmeria.42148 
  • https://arxeion-politismou.gr/2024/02/arxaia-poli-petron.html