Βυζαντινό Κάστρο «Κάλε» Αγίου Παντελεήμονα

Το κάστρο που αγναντεύει την ιστορία
Βυζαντινό Κάστρο «Κάλε» Αγίου Παντελεήμονα

Στο ύψωμα ανάμεσα στις Λίμνες Βεγορίτιδα και Πετρών που φέρει το τοπωνύμιο «Κάλε» (κάστρο) διατηρούνται τα λείψανα μιας οχύρωσης σε σχήμα ακανόνιστου τριγώνου. Για την ύπαρξη των ερειπίων του κάστρου μίλησε για πρώτη φορά το 1913 σε δημοσίευσή του ο αρχαιολόγος Νικόλαος Παππαδάκις, ενώ εκτενέστερη έρευνα που βρίσκεται «ὑπεράνω παρὰ τὸ χωρίον Πέτερσκο (Πέτρες νῦν)» διεξήχθη το 1932 από τον Αντώνιο Κεραμόπουλλο. Έκτοτε και για πολλά χρόνια δεν υπήρξε  καμία πρόοδος στην έρευνα της θέσης μέχρι το 2015, οπότε ξεκίνησε η συνεργασία του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Φλώρινας για η συστηματική αρχαιολογική διερεύνηση της θέσης. 


Το κάστρο χωρίζεται σε δύο μέρη από ένα εγκάρσιο διατείχισμα, ενώ οι δύο κάθετοι βραχίονες του τείχους καταλήγουν στη βόρεια όχθη της Λίμνης Πετρών, όπου σώζονται ερείπια νερόμυλου. Η οχύρωση έχει συνολική περίμετρο 1415 μ. και καλύπτει μία έκταση περίπου οκτώ εκταρίων, με το ισχυρό τείχος να φτάνει σε πάχος τα 1,70 μ. και μέγιστο σωζόμενο ύψος 2,60 μ., κτισμένο αποκλειστικά με πέτρες συνδεμένες με ισχυρό ασβεστοκονίαμα. Η μοναδική ενδεχομένως είσοδος στο κάστρο βρισκόταν στη βορειοανατολική περιοχή της ακρόπολης, όπου σώζεται ψηλός και ογκώδης ελλειψοειδής σωρός από πέτρες, που μάλλον αντιστοιχεί στα ερείπια πύργου.  


Στην ακρόπολη που ορίζεται από το βόρειο διατείχισμα του κάστρου έχουν καταγραφεί συνολικά 31 σωροί από πέτρες, οι οποίοι αντιστοιχούν σε ερείπια ορθογώνιων σπιτιών με αποθηκευτικούς χώρους ή μικρών καλυβιών ενός αγροτοποιμενικού οικισμού. Οι ειδικοί υπολογίζουν πως τα σπίτια του πυκνοδομημένου ιστού ενδεχομένως στέγαζαν οικογένειες των πέντε-έξι ατόμων και επομένως ο πληθυσμός σε αυτό το τμήμα του κάστρου ανερχόταν σε 200 περίπου άτομα, με πιθανό το διπλασιασμό του σε ολόκληρη την έκταση της οχύρωσης. 


Στην κορυφή του λόφου, σε απόλυτο υψόμετρο 705 μ. και στο πλάτωμα της ακρόπολης του κάστρου σώζονται τα ερείπια ενός ναού. Με τις εργασίες καθαρισμού του χώρου κατά την έναρξη της σύγχρονης αρχαιολογικής διερεύνησης, τεκμηριώθηκαν συστηματικά οι διαστάσεις και η μορφή του ναού. Πρόκειται για μία σχεδόν τετράγωνη τρίκλιτη βασιλική διαστάσεων 13,50 × 16 μ. χωρίς νάρθηκα και με μία ημικυκλική κόγχη στα ανατολικά. Το πάχος των τοίχων της φτάνει μέχρι τα 0,90 μ., το μέγιστο σωζόμενο ύψος του δυτικού τοίχου τα 4,75 μ., ενώ λείψανα παραστάδων στον ανατολικό και δυτικό τοίχο φανερώνουν τα σημεία διαχωρισμού των τριών κλιτών, τα οποία θα χωρίζονταν είτε με πεσσοστοιχία ή με πεσσότοιχους. Κάθε κλίτος απολήγει στα δυτικά σε ευρύ τοξωτό άνοιγμα που ορίζει από μία πύλη εισόδου με εντυπωσιακά ισχυρή δόμηση. 


Οι ενταφιασμοί που έχουν από τις μέχρι τώρα ανασκαφικές έρευνες σε μεγάλο μέρος του δεύτερου κλίτους, καθώς και ο ακέραιος τάφος νηπίου στο ανατολικό τμήμα του διακονικού μαρτυρούν πως ο ναός είχε και κοιμητηριακό χαρακτήρα.    


Τα βασικά μορφολογικά χαρακτηριστικά του ναού - η τετραγωνισμένη κάτοψη, η ευρεία και μοναδική ημικυκλική αψίδα του ιερού και οι παραστάδες στον ανατολικό και δυτικό τοίχο - παραπέμπουν σε μικρές βασιλικές του 9ου και 10ου αι. και οδηγούν τους ειδικούς σε μία χρονολόγηση του ναού σε αυτήν την περίοδο ή ενδεχομένως και λίγο νωρίτερα, στον 8ο αι., με χρήση και κατά την Οθωμανική περίοδο. 


Ο οικισμός και το κάστρο είχαν στρατηγική σημασία για την εποχή και την περιοχή, καθώς επόπτευαν την κύρια διάβαση της Εγνατίας Οδού τις Λίμνες Βεγορίτιδα και Πετρών και τους κάμπους της Εορδιάς και εν μέρει της Λυγκηστίδας. Το κάστρο πιθανότατα ταυτίζεται με το τοπωνύμιο Πετερισκός και Πετερίσκος, όπως αυτό αναφέρεται από τον Ιωάννη Σκυλίτζη και τον Κεκαυμένο αντίστοιχα, ιστορικούς του 11ου αι. Σύμφωνα μάλιστα με τον Σκυλίτζη «ἐν τῷ Πετερισκῷ» φονεύθηκε ο Γαβριήλ Ραδομίρος, γιος του τσάρου Σαμουήλ, το 1015, δηλαδή λίγο πριν την οριστική κατάλυση του βουλγαρικού κράτους στη Μακεδονία από τον Βασίλειο Βʹ και την επανένταξη της περιοχής στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.  


Σύμφωνα με την κεραμεική που έχει συλλεγεί, φαίνεται πως η ζωή στο κάστρο δεν φαίνεται να συνεχίζεται μετά την επιβολή της οθωμανικής κυριαρχίας στη Μακεδονία τον 14ο αι., αφού εξέλειψαν οι λόγοι προστασίας της περιοχής και οι ανάγκες άμυνας του Βυζαντινού κράτους. Πιθανότατα οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στην περιοχή του σύγχρονου γειτονικού οικισμού των Πετρών, ο οποίος σε Οθωμανικό κατάστιχο του 1481 αναφέρεται ως Πέτερσκο, οικισμός που αριθμούσε 67 εστίες, δηλαδή φορολογήσιμες μονάδες, με εκτιμώμενο πληθυσμό 350-400 άτομα. 


Πηγές 

Παϊσίδου, Μ., Τσώκας, Α. & Ζαχαριάδης, Σ. (2020). Πανεπιστημιακή ανασκαφή στην οχυρή θέση «Κάλε» Αμυνταίου 2015. Στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Α.Π.Θ., Το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και στη Θράκη, 29 (2015) (σσ. 73-82). Ζήτης. 

Blogspot Ανασκαφή 

https://anaskafi.blogspot.com/2022/03/blog-post_93.html?fbclid=IwY2xjawQskOdleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEexEIWLNBaUIVKJBQP3-PaFmlVdczUPSe4aVXiHQzgnH7-vRVxLkYe9q91JMQ_aem_DtGx2wjbJdd4Rdcqew4usg 

https://anaskafi.blogspot.com/2023/09/9.html?m=1&fbclid=IwY2xjawQskIVleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeYrwm1Kh5xdSW3J6mNKfCdQfPY7OHc6vGUH-4ZC9jeyk68dd2l3tN1o-xKuE_aem_B3ssHUiPhz2RVte7BougNw